



Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν συνεχώς τα στοιχεία που συνδέουν το ενδομήτριο περιβάλλον και τις συνθήκες της εγκυμοσύνης με χρόνιες παθήσεις του μεταβολισμού όπως η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης. Η θεωρία ότι τα γονίδια ενός εμβρύου «προγραμματίζονται» σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της κύησης από παράγοντες που επηρεάζονται από την υγεία και τις συνήθειες της μητέρας έχει βρει όχι μόνο πολλούς υποστηρικτές αλλά σιγά σιγά στηρίζεται από πολλές νέες μελέτες.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας και του πρώτου χρόνου ζωής φαίνεται να έχουν μεγάλη επίδραση στον προγραμματισμό ενδοκυττάριων μηχανισμών, της επικοινωνίας μεταξύ των κυττάρων και της ρύθμισης μεταβολικών λειτουργιών. Αυτές οι «τροποποιήσεις» που μπορεί να υποστεί το γενετικό μας υλικό, τα γονίδιά μας, φαίνεται να επηρεάζουν την εμφάνιση πολλών παθήσεων τόσο στην παιδική όσο και στην ενήλικο ζωή.
Παράγοντες όπως το κάπνισμα, η διατροφή της μητέρας με πολλά λιπαρά, η αύξηση του βάρους της εγκύου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα επίπεδα του σακχάρου στη μητρική κυκλοφορία, η άσκηση φαίνεται να επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την μελλοντική ανάπτυξη και τον μεταβολισμό του εμβρύου. Βασισμένοι σε αυτά τα στοιχεία δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που προτείνουν ότι η πρόληψη χρόνιων μεταβολικών προβλημάτων θα πρέπει να ξεκινά από την μέλλουσα μητέρα.
Η μητρική παχυσαρκία, η υπερβολική πρόσληψη βάρους στην εγκυμοσύνη (ακόμα και όταν το σάκχαρο της εγκύου είναι φυσιολογικό!) σχετίζονται με αυξημένη εναπόθεση λίπους στο έμβρυο και φαίνεται να προκαλούν επιγενετικές αλλαγές στα γονίδια που έχουν σχέση με τον μεταβολισμό, δημιουργώντας έτσι πιθανώς ένα «φαύλο κύκλο», ένα μοντέλο παχυσαρκίας και για τις επόμενες γενεές, καθώς ένα κορίτσι που θα γεννηθεί από μια υπέρβαρη μαμά, έχει αυξημένο κίνδυνο να μεγαλώσει το ίδιο και να γίνει μια υπέρβαρη μητέρα.
Ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης επηρεάζει το βάρος του εμβρύου και την έκφραση των γονιδίων που σχετίζονται με την ευαισθησία στην ινσουλίνη και τον μεταβολισμό και αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης μεταβολικού συνδρόμου, σακχαρώδους διαβήτη και παχυσαρκίας στην ενήλικο ζωή των παιδιών.
Το χρόνιο στρες της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη σχετίζεται με διαταραχές του ανοσοποιητικού, μείωση του IQ, διαταραχές αναπτυξιακές και συναισθηματικές στη μετέπειτα ζωή.
Οι διατροφικές ελλείψεις επίσης, όπως έλλειψη βιταμινών και ιχνοστοιχείων μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη συστημάτων του εμβρύου και την έκφραση των γονιδίων του.
«Τα γονίδια είναι η «συνταγή», αλλά η μητέρα είναι αυτή που προσφέρει τα «υλικά», και από αυτά εξαρτάται η ποιότητα του τελικού αποτελέσματος». Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε το σώμα μας και την υγεία μας πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να στιγματίσει την υγεία των παιδιών μας!
Ο ρόλος όλων εμάς που ερχόμαστε σε επαφή με νέες γυναίκες και μελλοντικές μαμάδες είναι πολύ σημαντικός λοιπόν στην πρόληψη νόσων που έχουν τεράστια υγειονομική σημασία. Η περίοδος που μια γυναίκα προσπαθεί να γίνει μητέρα είναι μια ιδανική ευκαιρία να αλλάξει διατροφικές συνήθειες, να βάλει στην ζωή της την συστηματική άσκηση, να κόψει το κάπνισμα και, με την βοήθεια των ιατρών της να υιοθετήσει έναν καλύτερο τρόπο ζωής για την ίδια και την οικογένειά της.
Στόχος του βίντεο είναι να ενημερωθούν οι μελλοντικοί γονείς για την ιδιαίτερη σημασία που παίζουν οι συνθήκες της εγκυμοσύνης στην διαμόρφωση της ψυχικής και σωματικής υγείας του παιδιού τους έτσι ώστε να φροντίσουν να βελτιστοποιήσουν την καθημερινότητά τους: να βελτιώσουν τη διατροφή τους, να μειώσουν το στρες, να μειώσουν την έκθεση σε βλαπτικούς παράγοντες όπως το αλκοόλ και ο καπνός, να αυξήσουν τη δραστηριότητά τους.
How Early Should Obesity Prevention Start? Matthew W. Gillman, M.D., and David S. Ludwig, M.D., Ph.D., N Engl J Med 2013; 369:2173-2175Developmental origins of childhood overweight: potential public health impact. Gillman MW, Rifas-Shiman SL, Kleinman K, Oken E, Rich-Edwards JW, Taveras EM. Obesity (Silver Spring) 2008;16:1651-1656Mother's weight in pregnancy and coronary heart disease in a cohort of Finnish men: follow up study. Forsen T, Eriksson JG, Tuomilehto J, Teramo K, Osmond C, Barker DJ. Bmj. 1997;315:837–40.