
Πώς καλλιεργείται η αγάπη για τη γνώση & το διάβασμα
Η αγάπη για τη γνώση και το διάβασμα, κοινωνιολογικά μιλώντας, δεν είναι μια έμφυτη ορμή και κλίση, ένα «χάρισμα», ένα «ταλέντο», αλλά μια καλλιεργημένη, επίκτητη (μέσα από τις συνθήκες ζωής του παιδιού) ικανότητα που ενθαρρύνεται, δουλεύεται και αναγνωρίζεται από τους σημαντικούς άλλους του παιδιού· Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια συνήθεια που διδάσκεται στο παιδί άμεσα και έμμεσα, συνειδητά και ασυνείδητα, που, με λίγα λόγια, καλλιεργείται από νωρίς. Στο βαθμό που, γενικώς, οι συνθήκες ζωής μας επιδρούν στον τρόπο σκέψης και δράσης, η δημιουργία ενός κατάλληλου σκηνικού στο σπίτι είναι ικανός όρος για να επιτρέψει αυτή την αγάπη για τα βιβλία, για τη γνώση γενικά, να γεννηθεί, να μεγαλώσει και να θεριέψει! Έτσι, στο άρθρο αυτό, μέσα από παραδείγματα, από τη μία μεριά, καλών πρακτικών καθώς και, από την άλλη, συνηθειών που «δεν βοηθούν», οι γονείς καλούνται να αναστοχαστούν, να σκεφτούν εκ νέου τις καθημερινές τους συνήθειες και να αντιληφθούν ποιες από αυτές «δουλεύουν» και ποιες όχι, ώστε, στη βάση αυτή, να μπορέσουν να ενθαρρύνουν μια υγιή και αβίαστη σχέση του παιδιού με τη γνώση και το διάβασμα.
Εσείς (οι γονείς-φροντιστές του παιδιού) διαβάζετε;
Στο βαθμό που τα παιδιά μιμούνται και «αντιγράφουν» τους γονείς τους και συντάσσονται περισσότερο με αυτό που οι γονείς τους είναι και κάνουν παρά με αυτό που τους λένε, έχει σημασία οι γονείς να αναστοχαστούν τη σχέση τους με τη γνώση και το διάβασμα, για το είδος προτύπου που είναι για τα παιδιά τους, καθώς και να στοχαστούν για το αν το σκηνικό που έχουν δημιουργήσει στο σπίτι που ζει το παιδί είναι «φιλικό» για διάβασμα και πρακτικές που προωθούν μια καλή σχέση με τη γνώση. Πιο συγκεκριμένα, το περιβάλλον στο σπίτι επιδρά επίσης σημαντικά, καθώς για να είναι μια πρακτική μέρος της καθημερινότητάς μας, χρειάζεται να έχει και «υλικό» χώρο στο ίδιο μας το σπίτι (π.χ. να υπάρχει βιβλιοθήκη στο σπίτι, αριθμός βιβλίων κ.τλ.) και, στην ίδια λογική, να «πιάνει τόπο» στη ζωή μας, άρα, να αφιερώνεται χρόνος. Παρακάτω ακολουθεί μια σειρά ερωτήσεων, που λειτουργεί, ενδεικτικά, ως ένα τεστ «αυτοπαρατήρησης/αυτοαξιολόγησης» για τη σχέση της οικογένειας με το διάβασμα και τη γνώση. Όσο περισσότερες είναι οι θετικές απαντήσεις στις παρακάτω ερωτήσεις τόσο περισσότερο «χώρο» καταλαμβάνει στη ζωή του παιδιού το διάβασμα και η γνώση, επομένως τόσο πιο έντονα καλλιεργείται αυτή η αγάπη για τη γνώση και το διάβασμα στο σπίτι.
1. Με έχει δει το παιδί μου να διαβάζω βιβλίο/-α ή περιοδικό/εφημερίδα; Αν ναι, πότε διαβάζω και τι διαβάζω;
2. Το σπίτι μας είναι κατάλληλο για διάβασμα; Υπάρχουν στο σπίτι και στο δωμάτιο του παιδιού (αν το παιδί έχει δικό του δωμάτιο) τα «πράγματα» του διαβάσματος, δηλαδή, τα βιβλία; Υπάρχει βιβλιοθήκη στο σπίτι; Αν το παιδί πηγαίνει Δημοτικό, έχει δικό του γραφείο;
3. Έχω επισκεφθεί με το παιδί μου μια βιβλιοθήκη ή ένα βιβλιοπωλείο;
4. Έχω «ξεναγήσει» το παιδί μου στα χαρακτηριστικά του βιβλίου (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, περιεχόμενα κ.τλ.);
5. Αν το παιδί μου είναι προσχολικής ηλικίας, του διαβάζω παραμύθια, του λέω ιστορίες; Αν το παιδί μου είναι μεγαλύτερο, σκέφτομαι: του διάβαζα βιβλία όταν ήταν μικρότερο που ήταν και αναλφάβητο;
6. Αν το παιδί μου διαβάζει ένα βιβλίο, μιλάμε γι’ αυτό; Αν δεν μιλάμε μαζί γι’ αυτό, έχει φίλους/-ες που μπορεί να διαβάσουν μαζί ή να συζητήσουν για βιβλία κ.τλ.;
7. Έχω πάει το παιδί μου σε μουσείο, θέατρο, κινηματογράφο (ή κάνουμε ταξίδια); Πόσο συχνά πηγαίνουμε; Του εξηγώ όταν πραγματοποιούμε τις επισκέψεις αυτές, συζητούμε γύρω από αυτά;

Διάβασμα για το σχολείο: «μια επικίνδυνη αποστολή»;
Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει γονείς να διαμαρτύρονται όταν, σε μια προσπάθεια να βοηθήσουν τα παιδιά τους στις «εργασίες για το σπίτι» που βάζουν οι δάσκαλοι στο σχολείο, δεν καταφέρνουν να συνεργαστούν με τα παιδιά τους και όλη η προσπάθεια καταλήγει σε φωνές, κλάματα, νεύρα, βιαιοπραγίες; Είναι, άραγε, τόσο δύσκολη και τρομακτική αυτή η διαδικασία; Ή, μήπως, δεν μας έμαθε κανείς – άρα ούτε και στους γονείς – τι πρέπει να κάνουμε για να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να είναι προπαντός χαρούμενα, να πηγαίνουν στο/επιστρέφουν από το σχολείο με κέφι και εν τέλει να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις σχολικές εργασίες τους; Προφανώς, το θέμα είναι ευρύ, οπότε προκειμένου να απαντηθούν μια σειρά από ερωτήματα γύρω από το ζήτημα, κωδικοποιούνται παρακάτω κάποιες αρχές:
- Ο γονέας δεν είναι ο δάσκαλος του παιδιού στο σπίτι ούτε ο δάσκαλος είναι ο γονέας στο σχολείο. Ακόμη κι αν ο γονέας είναι εκπαιδευτικός, οι ρόλοι χρειάζεται να είναι διακριτοί: ο γονέας είναι ο γονέας του παιδιού.
- Ο γονιός είναι ο «πλοηγός πολιτισμού» του παιδιού. Στη βάση αυτή, ο γονιός χρειάζεται περισσότερο όχι να του διδάξει μαθηματικά – αυτά θα τα μάθει στο σχολείο – αλλά να μάθει στο παιδί να κάθεται σε έναν ορισμένο χώρο να διαβάζει, να του δείξει πώς οργανώνει το διάβασμα με βάση το ωρολόγιο πρόγραμμα, το πώς ετοιμάζει την τσάντα του για την επόμενη μέρα, το πώς διαβάζει μια ορισμένη ώρα (δεν κρατάει η μελέτη των μαθημάτων «αιώνια» με δεκάδες διαλείμματα· χρειάζεται να κατανοήσει το παιδί ότι πρόκειται για μια πρακτική με αρχή-μέση-τέλος). Με λίγα λόγια, ο γονιός χρειάζεται να βοηθάει το παιδί κυρίως ως προς την οργάνωση της μελέτης για το σχολείο, ειδικά στην Α’ τάξη του Δημοτικού. Όσο περνάει ο καιρός, καλό είναι η παρουσία του γονιού/φροντιστή στη μελέτη των μαθημάτων να είναι λιγότερο παρεμβατική: έχει μεγάλη σημασία να ειπωθεί σχετικά νωρίς η φράση του γονιού στο παιδί «σου έχω εμπιστοσύνη, δεν χρειάζεται να σε ελέγξω, αλλά μπορείς να με ρωτήσεις ό,τι θέλεις αν χρειαστεί».
- Αν ο γονιός καθίσει δίπλα στο παιδί κατά τη μελέτη των μαθημάτων, χρειάζεται ο ίδιος να μην απασχολείται με κάτι άλλο (π.χ. με κινητό) όσο το παιδί, π.χ., κάνει την αντιγραφή: έτσι, δεν αποσπάται η προσοχή του παιδιού και το παιδί αντιλαμβάνεται ότι αυτό που κάνει είναι σημαντικό.
- Κάθε οικογένεια είναι διαφορετική, επομένως, και κάθε παιδί: δεν υπάρχει συγκεκριμένος χρόνος για τη μελέτη των μαθημάτων, ό,τι εξυπηρετεί το πρόγραμμα του παιδιού και της οικογένειας, αρκεί, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, να πρόκειται για μια δραστηριότητα με αρχή-μέση-τέλος.
- Χρειάζεται ο γονιός να θυμάται ότι ο δρόμος για μια πετυχημένη σχολική επίδοση περνάει μέσα από την καλλιέργεια της υπευθυνότητας και της αυτονομίας στο παιδί. Οπότε, «δεν πηγαίνουμε Β’ Δημοτικού» αλλά το παιδί πηγαίνει, «δεν δίνουμε πανελλαδικές», το παιδί δίνει κ.ο.κ. Προφανώς, κάθε οικογένεια έχει ένα στρατηγικό σχέδιο για το παιδί και ο γονιός βιώνει τη διαδρομή του παιδιού προσωπικά, αλλά χρειάζεται να δοθεί «χώρος» στο παιδί, τόσος για να έχει ρίζες στην οικογένειά του (καλλιέργεια ασφάλειας) όσος και φτερά για να πετάξει (επιτυχία).

Η εξω-σχολική καθημερινότητα, όρος ποιότητας ζωής
Το σχολείο είναι κεντρικό μέρος της καθημερινής ζωής του παιδιού, γι’ αυτό και όταν αναφερόμαστε σε οποιαδήποτε δραστηριότητα ή ασχολία που λαμβάνει χώρα εκτός του σχολείου κάνουμε λόγο για εξω-σχολικές, περι-σχολικές κ.ο.κ. δραστηριότητες. Οι δραστηριότητες αυτές φαίνεται να προσφέρουν ποικίλα οφέλη στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού και στην καλλιέργεια μιας προσωπικότητας με ενδιαφέροντα, ενώ διά μέσου αυτών τα παιδιά ενισχύουν τη δημιουργικότητά τους, αναπτύσσουν μια σειρά από δεξιότητες, κοινωνικοποιούνται πιο αποτελεσματικά και γίνονται πιο ανεξάρτητα. Στη βάση αυτή, χρειάζεται να θυμόμαστε ότι:
- Η οργάνωση του χρόνου της καθημερινότητας χρειάζεται να προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού και τους ρυθμούς της κάθε οικογένειας.
- Είναι πολύ σημαντικό το παιδί να έχει εξωσχολικές δραστηριότητες, αλλά αυτές δεν χρειάζεται να περιορίζονται αποκλειστικά σε σχολικά αντικείμενα, όπως είναι οι ξένες γλώσσες, τα επιστημονικά εργαστήρια (ρομποτική), η παρακολούθηση φροντιστηρίου κ.τ.λ..
- Στις εξωσχολικές δραστηριότητες ή, αλλιώς, στις δραστηριότητες του «ελεύθερου χρόνου» συγκαταλέγονται οι ενασχολήσεις με τα αθλήματα, τις ξένες γλώσσες, τις τέχνες, το παιχνίδι, τις επισκέψεις από/σε φίλους/-ες, τις κοινές δραστηριότητες με γονείς, την τηλεόραση, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στις ώρες που το παιδί «βαριέται» κ.ά., ενώ η συχνότητα στην οποία συνυπάρχει η γνώση και το παιχνίδι χρειάζεται να είναι ισόρροπη.
- Το παιδί δεν χρειάζεται να είναι ένας «σκληρός εργαζόμενος» από νωρίς, να είναι υπερφορτωμένο το πρόγραμμά του και να καταλήγει στο τέλος της ημέρας να είναι εξουθενωμένο. Στην ίδια λογική, το παιδί, όταν μεγαλώσει, δεν θα θυμάται την ορθογραφία που διάβαζε με το γονιό του, αλλά αν, για παράδειγμα, μετά τη μελέτη των μαθημάτων, γονιός και παιδί, για παράδειγμα (ενδεικτική η αναφορά), πήγαιναν μια βόλτα γύρω από το σπίτι ή κάτι αντίστοιχο. Είναι σημαντικό να καταλάβει το παιδί από νωρίς, σαν «μάθημα ζωής» ότι, παρόλο που το σχολείο κατέχει κεντρικό ρόλο στην καθημερινότητά του, για μια ισορροπημένη ζωή, χρειάζονται και άλλες δραστηριότητες και ασχολίες. Μάλιστα, ακόμη και η αταραξία, το «να βαριέται» κάποιες στιγμές το παιδί είναι κι αυτό ωφέλιμο!
- Το παιδί είναι «παιδί» και, έτσι, χρειάζεται να ενθαρρύνουμε μαζί με τις αρετές της εργατικότητας και της υπευθυνότητας και τις αρετές της ανεμελιάς και της ξεκούρασης, κάτι που μπορεί να αποτυπώνεται στην επιλογή των εξωσχολικών ασχολιών και δραστηριοτήτων και στον χρόνο που καταλαμβάνουν στην καθημερινότητα του παιδιού.
Συμπέρασμα
Στο άρθρο αυτό διερευνήσαμε το πώς μαθαίνεται η αγάπη για τη γνώση και το διάβασμα από τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος κατάλληλου να υποδεχθεί και να υποστηρίξει αυτή την αγάπη. Μέσα από τις επί μέρους πτυχές που, έστω αποσπασματικά, αναλύσαμε, επιχειρήσαμε να προσφέρουμε αρχές κατανόησης που μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας καθημερινότητας για το παιδί, όπου το διάβασμα δεν είναι ένα καταναγκαστικό έργο που θα επιβληθεί ως υποχρέωση, αλλά θα βιωθεί ως μια «ελεύθερη» επιλογή επειδή το παιδί από νωρίς μυήθηκε σε συνθήκες κατάλληλες να ενισχύσουν αυτή τη διάθεση. Παράλληλα, μέσα από την αναμέτρηση με το ζήτημα αυτό, στόχος υπήρξε να αναστοχαστούν οι γονείς γενικώς για το τι έχει τελικά σημασία και, ειδικώς, πώς μπορούν να αναβαθμίσουν ποιοτικά την καθημερινότητα του παιδιού, ώστε να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός αυριανού ενήλικα που θα έχει ενδιαφέροντα, που ακριβώς γι’ αυτό όλοι θα θέλαμε να τον/την συναναστραφούμε και να τον/την έχουμε στη ζωή μας.
Alderman, M. K. (2004). Motivation for Achievement: Possibilities for Teaching and Learning. Mahwah NJ: Lawrence Erlbaum.
Alexander J.J. & Sandahl I.D., Γιατί οι Δανοί μεγαλώνουν τα πιο ευτυχισμένα παιδιά στον κόσμο (μτφρ.: Σ. Ανδρεοπούλου), Αθήνα: Διόπτρα, 2017.
Ball S.J., O Foucault, η εξουσία & η εκπαίδευση (μτφρ.: Ρ. Βασιλάκη), Αθήνα: Gutenberg, 2021.
Bourdieu P. &Passeron J.-Cl., Οι κληρονόμοι: οι φοιτητές και η κουλτούρα (μτφρ.: Ν. Παναγιωτόπουλος & Μ. Βιδάλη, μτφρ. πινάκων: J.-Ph. Schaal, εισαγ.: Ν. Παναγιωτόπουλος), Αθήνα: Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα, 1996.
Bourdieu P., Η διάκριση: κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης (μτφρ.: Κ. Καψαμπέλη, πρόλ.: Ν. Παναγιωτόπουλος), Αθήνα: Πατάκη, 2006 [2002].
Bucay D. & Bucay J., Γονείς & παιδιά: εργαλειοθήκη για τη συντήρηση μιας δύσκολης σχέσης (μτφρ.: Κ. Επισκοπούλου), Αθήνα: Opera, 2017.
Cole, M. (2001). H ανάπτυξη των παιδιών-γνωστική και ψυχοκοινωνική ανάπτυξη κατά τη νηπιακή και μέση παιδική ηλικία. Αθήνα: Εκδόσεις Δάρδανος.
Dick D., Κάθε παιδί είναι μοναδικό… και χρειάζεται την ανατροφή που του ταιριάζει, Αθήνα: Διόπτρα, 2022.
Ζαχαριάδης Τ., Ποιος εκπαιδεύει συναισθηματικά ποιον: μια ψυχαναλυτική ανίχνευση των αλληλεπιδράσεων, Αθήνα: Αρμός, 2018.
Faber A. & Mazlish E., Πώς να μιλάτε στους εφήβους ώστε να σας ακούν και πώς να τους ακούτε ώστε να σας μιλούν (μτφρ.: Α. Κοντολέων), Αθήνα: Πατάκη, 2017.
Faber A., Mazlish E., Nyberg L. &Templeton R.A., Πώς να μιλάτε στα παιδιά ώστε να μαθαίνουν στο σπίτι και στο σχολείο (μτφρ.: Α. Γουναροπούλου), Αθήνα: Πατάκη, 2023.
Faber J. & King J., Πώς να μιλάτε όταν τα παιδιά… δεν ακούν! Γκρίνιες, τσακωμοί, ξεσπάσματα, αυθάδεις συμπεριφορές και άλλες προκλήσεις της παιδικής ηλικίας (μτφρ.: Ο. Καρυώτη), Αθήνα: Πατάκη, 2023.
Faulkner D., Swann J., Baker S., Bird M. & Carty, J., Εξέλιξη του παιδιού στο κοινωνικό περιβάλλον. εγχειρίδιο μεθοδολογίας (μτφρ.: Α. Ραυτοπούλου), Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 1999.
Θάνος Θ., Κοινωνιολογία των κοινωνικών ανισοτήτων στην εκπαίδευση: η πρόσβαση των κοινωνικο-επαγγελματικών ομάδων στην ανώτατη εκπαίδευση(1956-1998), Αθήνα: Νήσος, 2010.
Jay R., Τα 10 πιο σημαντικά πράγματα που μπορείτε να κάνετε για το παιδί σας (μτφρ.: Σ. Τρουμπέτα), Αθήνα: Πατάκη, 2016.
Perry, P. Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου (και τα παιδιά σου θα σε ευγνωμονούν που το έκανες), Αθήνα: Διόπτρα.
Μακρυνιώτη Δ. (επιμ.), Παιδική ηλικία, Αθήνα: Νήσος, 1997.
Παναγιωτόπουλος Ν., Καρατζά Α. & Παπαβασιλείου Λ., Μάθε, παιδί μου, γράμματα, Αθήνα: Πεδίο, 2024.
Τζωρτζακάκη Κ., Μαμά κόψε το κήρυγμα, κι εσύ μπαμπά επίσης, τόμος Α’, Αθήνα: Καλέντη, 2005.
Τζωρτζακάκη Κ., Μαμά κόψε το κήρυγμα, κι εσύ μπαμπά επίσης, τόμος Β’, Αθήνα: Καλέντη, 2007.
Φραγκουδάκη Α. (επιμ.)., Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης: θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο, Αθήνα: Παπαζήση, 1985.
- μάθηση
- βιβλίο
- σχέση γονέα παιδιού

